Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

#δώδεκα

(//photo from keepshellyinathens.blogspot.com //)

Γύρισε μετά από 12 χρόνια 12 μήνες 12 μέρες 12 ώρες 12 λεπτά και 12 δεύτερα..
Το μόνο που κρατούσε ήταν εκείνη η παλιά αχιβάδα που είχε ξεβράσει η παλίρροια εκείνο το τυχαίο βράδυ σε εκείνη την τυχαία ακρογιαλιά.
Την κοιτούσε και τον κοιτούσε.. Έμοιαζαν τόσο δεμένοι μαζί. Έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Έμοιαζαν.
Ίσως και να μην πήγε χαμένος τόσος καιρός τώρα που την είχε ξαναβρεί.. 
τώρα που τον είχε ξαναβρεί..
Ίσως στην πραγματικότητα να μην είχε φύγει ποτέ να αναζητήσει,
ίσως να μην είχε γυρίσει και ποτέ.
Κάποιοι είπαν πως δεν τον είχαν ξαναδεί τόσο χαρούμενο. κάποιοι δεν έδωσαν σημασία.
Κάποιοι βρήκαν ένα τυχαίο πρωινό σε μια τυχαία ακρογιαλιά έναν αγνώριστο γέρο ξεβρασμένο από την παλίρροια
και γύρω του διάσπαρτες αχιβάδες.






                                       // floating away isn't rough but it's not enough..

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Μέσα εκεί έξω..


(//photo from keepshellyinathens.blogspot.com //)


# Κάποια στιγμή χάραξε.. έξω, στο μυαλό του, στην ψυχή του.. δεν είχε μείνει τίποτα, ο ήλιος συνέχισε να πέφτει, το χιόνι συνέχισε να καίει, η βαρύτητα συνέχιζε να τον αγνοεί... Δεν είχε πια μάτια να ακούσει, δεν άκουγε πια τα σύννεφα να απομακρύνονται// 
 εκεί μέσα στην παγωμένη λάβα του αόρατου κελιού του 
μετατοπιζόταν για αιώνες καθηλωμένος, σκεπτόμενος τη στιγμή που θα ανοίξει τα κλαδιά του μυαλού του να αφουγκραστεί
το μένος της αμείλικτης νηνεμίας που τον κυρίευε//




Κάποια στιγμή χάραξε.. Χάραξε το δρόμο που δεν κατάφερε να περπατήσει ολόκληρο, έναν δρόμο αποκλεισμένο από χιόνια που δεν είδε ποτέ του, 
από δέντρα που δεν θα σκαρφάλωνε ποτέ, 
από σκέψεις που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει//
είχε χαθεί σ ένα όνειρο που σχεδίασε για τον εαυτό του, περιμένοντας να νυχτώσει τουλάχιστον μέσα του, στο μυαλό του, στην ψυχή του..
Κάποια στιγμή..

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

|κενό|


# ανάποδες πόρτες, ξεχασμένοι λαβύρινθοι..
 // αόριστος κόσμος// φτασμένοι χαρακτήρες ιαπωνικών anime που κρέμονται από τα χείλη της ίδιας τους της ατάκας προτού το φινάλε..
//πιάνεις τον εαυτό σου να κοιτάει με μισό μάτι πίσω αφού μπροστά είναι "έτσι" και στάσιμο και βαριέσαι, βαριέσαι// όχι δε βαριέσαι γιατί φοβάσαι το πίσω
και σκέφτεσαι πόσο μελαγχόλησα/μελαγχόλησες/μελαγχόλησε γιατί κατά βάθος αύριο θα ξυπνήσει/ξυπνήσεις/ξυπνήσω με την ενοχή του χτες ++=++ καινούριες (;) σκέψεις, χάος γενικά ενώ αναζητάς χάος σιωπής..
// αλλά και πάλι θα νυχτώσει και θα κλείσεις το μεγάλο φως,θα ανάψεις  ένα μικρότερο, ίσως αυτό της τάδε ψυχής που βλέπει το κενό παθολογικά όμορφο και σαδιστικά μακρόσυρτο να απλώνεται στο κεφάλι μου/σου/του
  # ξεχασμένες πόρτες, ανάποδοι λαβύρινθοι..
.. κενό.